ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ
Οι «μεταρρυθμίσεις» που επιβλήθηκαν στην αυτοδιοίκηση τα τελευταία χρόνια έχουν συμπέσει με κρίσιμες για τη χώρα περιόδους.
Η μεταρρύθμιση του «Καλλικράτη» συνέπεσε με την περίοδο της εισόδου της χώρας στη μνημονιακή περίοδο. Εφαρμόστηκε και δοκιμάστηκε σε συνθήκες μιας πρωτοφανούς οικονομικής κρίσης, ακολουθούμενη από σκληρούς δημοσιονομικούς κανόνες, μεταφραζόμενη σε μειώσεις της κρατικής επιχορήγησης κατά 65% με ταυτόχρονη μεταφορά πρόσθετων αρμοδιοτήτων.
Μια επώδυνη περίοδος για την Αυτοδιοίκηση, που αποδείχτηκε όχι μόνο ανθεκτική αλλά λειτούργησε και ως ανάχωμα στις ακραίες κοινωνικές ανάγκες που προκλήθηκαν εξαιτίας μιας βίαιης φτωχοποίησης.
Ακολούθησε η μεταρρύθμιση του «Κλεισθένη Ι», σε μια περίοδο που η χώρα μας άφηνε πίσω της τα μνημόνια και τους κανόνες δημοσιονομικής προσαρμογής. Η μεταρρύθμιση αφορούσε την ανάγκη εμβάθυνσης της τοπικής δημοκρατίας, την αποκατάσταση της έννοιας της αντιπροσωπευτικότητας, την αποτύπωση της πραγματικής βούλησης του εκλογικού σώματος, την ενίσχυση της συμμετοχής.
Η αλλαγή του εκλογικού συστήματος και η θεσμοθέτηση της απλής αναλογικής ήταν το μέσο για την επίτευξη των παραπάνω. Το σύστημα διοίκησης που συνόδευε το εκλογικό σύστημα της απλής αναλογικής έμελλε να μη δοκιμαστεί.
Σήμερα, σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη περίοδο, η Τοπική Αυτοδιοίκηση παραμένει ένας θεσμός «κακοποιημένος», με λιγοστές αποκεντρωμένες αρμοδιότητες. Το μεγαλύτερο μέρος των αρμοδιοτήτων περιορίζεται στο παραδοσιακό πλαίσιο που αφορά τη διεκπεραίωση γραφειοκρατικών διαδικασιών, την κατασκευή και συντήρηση κάποιων βασικών αστικών υλικοτεχνικών υποδομών, την καθαριότητα και τη διαχείριση των απορριμμάτων καθώς και τις ελεγκτικές και αδειοδοτικές αρμοδιότητες, οι οποίες μεταβιβάστηκαν από τον «Καλλικράτη».
Οι συνθήκες της πανδημίας που βιώνει η χώρα μας έφεραν ξανά στο προσκήνιο ζητήματα που άπτονται των αρμοδιοτήτων της Αυτοδιοίκησης και ανέδειξαν την ανάγκη ικανοποίησης αναγκών από την εγγύτερη στον πολίτη διοικητική δομή του κράτους.
Στις σημερινές συγκυρίες, αν ιεραρχούσαμε τις ανάγκες και αν υιοθετούσαμε έναν οδικό χάρτη για μια σύγχρονη, αποτελεσματική και ταυτόχρονα αντιπροσωπευτική Αυτοδιοίκηση, θα έπρεπε να προτάξουμε τα ζητήματα που σχετίζονται με την πολυεπίπεδη διακυβέρνηση, τις δυσλειτουργίες που απορρέουν από την τοπική διακυβέρνηση και το συγκεντρωτικό μοντέλο διοίκησης κράτους και Αυτοδιοίκησης, τις αρμοδιότητες Τοπικής και Περιφερειακής Αυτοδιοίκησης και στη συνέχεια το σύστημα εκλογής των οργάνων διοίκησης.
Με την κατάθεση του σχεδίου νόμου για τον νέο εκλογικό νόμο, η πρωτοβουλία αυτοπροσδιορίζεται και οριοθετείται με έναν τρόπο πρωθύστερο. Αντιμετωπίζει τιμωρητικά και εκδικητικά την πολιτική ιδεολογία της απλής αναλογικής και όσων τη θεσμοθέτησαν και την υποστήριξαν.
Είναι ένα νομοθέτημα που εστιάζει στην κυβερνησιμότητα και όχι στη δίκαιη αντιπροσώπευση, έχει ως στόχο όχι την αποκατάσταση της αντιπροσωπευτικότητας και της δημοκρατίας αλλά την ενίσχυση ενός βαθιά ριζωμένου πελατειακού συστήματος εκλογής των οργάνων, αποτυπώνοντας πλασματικές πλειοψηφίες στα όργανα διοίκησης. Είναι μια επιστροφή σε ένα δοκιμασμένο απόλυτα δημαρχοκεντρικό σύστημα, συνυπεύθυνο για την απαξίωση του θεσμού της Αυτοδιοίκησης.
Αν υποθέσουμε ότι το σύστημα της απλής αναλογικής που θεσμοθετήθηκε με τον «Κλεισθένη Ι», έχρηζε βελτίωσης, το βέβαιο είναι πως η απλή αναλογική στην πράξη δεν δοκιμάστηκε. Δεν δοκιμάστηκε γιατί, με επίκληση της κυβερνησιμότητας, μέσω νομοθετημάτων αλλοιώθηκε η αντιπροσώπευση στα όργανα διοίκησης, καταστρατηγήθηκε η εκλογή των συμβουλίων κοινότητας, απαξιώθηκαν οι παρατάξεις, αποδυναμώθηκαν τα δημοτικά συμβούλια, αλλοιώθηκε εν τέλει το εκλογικό αποτέλεσμα των αυτοδιοικητικών εκλογών του 2019.
Αντί για ενίσχυση του διαλόγου, της συμμετοχής και της σύνθεσης απόψεων, επανήλθαν αναπαλαιωμένες οι πολιτικές πρακτικές των πλασματικών πλειοψηφιών και των τεχνητών συγγενών συγκολλήσεων.
Τα βασικά σημεία του νομοσχεδίου αναστέλλουν οποιαδήποτε προσπάθεια διοίκησης μέσω της σύνθεσης των διαφορετικών απόψεων, παραβιάζοντας βασικούς κανόνες δημοκρατικής λειτουργίας.
Προτείνεται η εκλογή δημάρχου με ποσοστό 43% από την πρώτη Κυριακή. Κοντολογίς, ένας δήμαρχος ο οποίος είναι μειοψηφική επιλογή της κοινωνίας, λαμβάνει την πλειοψηφία των εδρών στο Δημοτικό Συμβούλιο και εξουσιοδοτείται να διοικήσει, υποτιμώντας ότι οποιοδήποτε ποσοστό κάτω του 50% δεν συνιστά πλειοψηφική καταγραφή της βούλησης των δημοτών. Πολύ δε περισσότερο όταν το 43% μεταφράζεται σε 60% των εδρών του Δημοτικού Συμβουλίου.
Προτείνεται, επίσης, η κατάργηση των κοινοτικών συμβουλίων. Η έννοια της τρίτης κάλπης για την εκλογή των εκπροσώπων των συμβουλίων κοινότητας σηματοδότησε την αυτονομία των κοινοτήτων.
Στην πράξη μετά από νομοθετικές παρεμβάσεις δεν δοκιμάστηκε η αυτόνομη λειτουργικότητα των κοινοτήτων, αφού συνέχισαν να λειτουργούν ως προέκταση της παράταξης του δημάρχου. Παρά το γεγονός ότι ο «Κλεισθένης» έδινε τη δυνατότητα εκχώρησης αρμοδιοτήτων στα κοινοτικά συμβούλια, σε λίγες περιπτώσεις εφαρμόστηκε.
Από το ποσοστό του 40% που προβλέπει ο «Κλεισθένης» για την ποσόστωση των γυναικών, η κυβερνητική πρόταση το μειώνει στο 33%. Οσο κι αν το μέτρο της ποσόστωσης έχει σημειολογικό χαρακτήρα, η μείωσή του δεν παύει να διαχέει μήνυμα ακύρωσης του ρόλου που μπορεί να διαδραματίσει η γυναίκα στην ευρύτερη λειτουργία της αυτοδιοίκησης. Τα δείγματα θετικής «γραφής» της συνεισφοράς της γυναίκας στην αυτοδιοίκηση είναι πλέον πολλά.
Η αυτοδιοίκηση χρειάζεται συνθέσεις, συμμετοχή σε όλα τα επίπεδα και συλλογικές διαδικασίες. Αυτός είναι και ο μόνος δρόμος επίτευξης της κυβερνησιμότητας.
